Καλό Χωριό, Λάρνακα - Συνέντευξη

Κύριος Δημήτηρης Μιχαήλ, 1936

Κάτοικος Καλού Χωριού

Αρχικά θα μπορούσατε να αναφερθείτε σε μερικά περιστατικά που αφορούν τις σχέσεις που είχατε μεταξύ σας στο χωριό,  Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι;
Για να δείτε πόση εκτίμηση είχαμε αναμεταξύ μας θα σας αναφέρω ένα περιστατικό. Εγώ ασχολούμουν πολύ με το κυνήγι και με την λαθροθηρία. Είχαμε πάει μια φορά ένα βράδυ με δυο τρακτέρ, ένα εμείς οι Ελληνοκύπριοι και ένα οι Τουρκοκύπριοι και ήρθαν για έλεγχο. Αμέσως οι Τουρκοκύπριοι που το έμαθαν έστειλαν άτομα να έρθουν να μας ειδοποιήσουν να φύγουμε. Τον Τουρκοκύπριο τον έφτασαν οι υπόλοιποι Τουρκοκύπριοι του χωριού και τον ειδοποίησαν ότι υπήρχε έλεγχος για λαθροθηρία αλλά αυτός αντί να γυρίσει πίσω στο χωριό πήγε στα Κλαυδιά να ζητήσει βοήθεια. Με τους Τουρκοκύπριους που ήταν από τα Κλαυδιά περνούσαμε πολύ καλά, ήταν άνθρωποι φιλόξενοι και εκτιμούσαν πολύ. Τότε ήρθαν και οι Τουρκοκύπριοι από τα Κλαυδιά με τους προβολείς και έψαχναν να με βρουν. Έτυχε άλλη φορά που τους έδωσα το τουφέκι μου επειδή δεν είχαν και πήγαιναν εκείνοι λαθροθηρία. Το κράτησαν για ένα μήνα θυμάμαι και όταν έληξε η άδεια ήρθαν στο καφενείο που ήμουν και μου τον έφεραν.
Ή άλλο παράδειγμα, στην Σκάλα που δούλευα ήμασταν 12 άτομα και ήμασταν μόνο δυο Χριστιανοί οι υπόλοιποι όλοι ήταν Τουρκοκύπριοι. Μια φορά είχα αρρωστήσει και δεν μου έβρισκαν τι είχα οι δικοί μας οι γιατροί. Ένας Τουρκοκύπριος που δουλεύαμε μαζί και που είχε ταξί, ήθελε να με πάρει στον δικό τους γιατρό. Εγώ του είπα πάνω στο αστείο, μα θέλεις να με πάρεις για να με σκοτώσουν και να γίνετε ήρωες; Και μου απάντησε τι είπες; Πρώτα θα πεθάνουμε εμείς και μετά εσύ. Και με βάλανε στο αυτοκίνητο και με πήραν στον γιατρό στον τουρκομαχαλά.
Το 1959 έγινε η Συμφωνία της Ζυρίχης, το 1960 είχα ένα φίλο συνομήλικο μου που είχε λεωφορείο και έκαναν όλοι οι Τουρκοκύπριοι μια ομάδα περίπου 18 άτομα και ένας εγώ χριστιανός και ταξιδεύαμε μαζί στο νησί. Υπήρχε φορά που μείναμε και στο ξενοδοχείο το τουρκικό το Seray. 

Υπήρχαν πιέσεις από άλλους Τουρκοκύπριους εκτός του χωριού σας που έβλεπαν πόσο καλές ήταν οι σχέσεις σας;
Επειδή στο χωριό ήταν περισσότεροι οι Τουρκοκύπριοι και οι Ελληνοκύπριοι ήταν λίγοι, η ηγεσία των Τουρκοκυπρίων ήθελε να κάνει τους Ελληνοκύπριους να φύγουν από το χωριό έτσι ώστε να κατοικείται μόνο από Τουρκοκύπριους. Τους πίεζαν πολύ κυρίως από την Κοφίνου που ήταν το αρχηγείο τους. Ο λόγος ήταν επειδή φοβόντουσαν και αυτοί αφού όλα τα γειτονικά χωριά Ψευδάς, Αραδίππου, Λάρνακα, Κίτι κτπ ήταν Ελληνοκυπριακά και ήταν και εκείνοι δηλαδή σε ένα κλοιό. Όταν έγιναν το 1958 βιαιοπραγίες πίεζαν πολύ τους δικούς μας τους Τούρκους στο χωριό για να μας χτυπήσουν. Και οι δικοί μας δεν ήθελαν αλλά επειδή είχαν έρθει στο ζενίθ μας κάλεσαν και μας εξήγησαν την κατάσταση. Έτσι μας πρότειναν να φύγουμε για δυο τρεις μήνες και να επιστρέψουμε πάλι πίσω μετά. Η συμπεριφορά τους δεν άλλαξε. Ήταν για να προστατευτούμε όλοι, και εμείς και εκείνοι και να μην διασπαστεί η φιλία μας, δεν άλλαξαν δηλαδή οι σχέσεις μας. Ο καθένας πήγε όπου είχε συγγενείς, εμείς πήγαμε στο Κίτι. Στο Κίτι είχε και ζωή για τα ζώα μας και θα βγάζαμε και τα έξοδα μας. Δεν μπορώ να πω πως ζημιώσαμε, όταν ήμασταν Καλόν Χωριό και αρμέγαμε τα ζώα παίρναμε 15-20 οκάδες γάλα ενώ στο Κίτι παίρναμε 40-50. Μείναμε εκεί μερικούς μήνες και όταν άρχισε να χειμωνιάζει επιστρέψαμε. Εμείς δεν είχαμε περιουσία στο χωριό, είχαμε μόνο το κοπάδι μας αλλά θέλαμε να επιστρέψουμε γιατί ο άνθρωπος θεωρεί σπίτι και χωριό του τον τόπο που γεννήθηκε. Στην επιστροφή μας συνεχίσαμε την ζωή μας όπως πριν να φύγουμε. Δεν είχαν πειράξει τα σπίτια μας υπήρχαν μόνο κάποιες μικροζημιές πιθανόν επειδή έμειναν ακατοίκητα για ένα διάστημα.

Η περιουσία δηλαδή του χωριού πως ήταν μοιρασμένη; Ποιος είχε την πλειοψηφία οι Ελληνοκύπριοι ή οι Τουρκοκύπριοι; 
Η περιουσία του χωριού μας ήταν 8 με 9 χιλιάδες στρέμματα και μόνο οι 2 χιλιάδες ήταν των Ελληνοκυπρίων οι υπόλοιπες 6 με 7 χιλιάδες ήταν Τουρκοκυπριακές. Ουδέποτε όμως δεν μας είπαν γιατί έρχεστε στην περιουσία μας. Προπαντός η οικογένεια μας εμάς δεν είχε ούτε δεντρό ούτε τίποτε. Και έρχονταν και με ρωτούσαν τι ήθελα, να πήγαινα στα χωράφια τους να μάζευα ή να μου έφερναν. Το ίδιο γινόταν και στους υπόλοιπους συγχωριανούς που δεν είχαν περιουσία. Ένα διάστημα έδιναν σπόρους στο καφενείο του χωριού για να σπέρνουν οι βοσκοί για το κοπάδι τους. Ήταν και ο πατέρας μου στο καφενείο εκείνη την ημέρα. Όλοι ζητούσαν σπόρους για τις σκάλες που είχαν ενώ ο πατέρας μου έμεινε εκεί σιωπηλός. Τότε ένας Τουρκοκύπριους του λέει γιατί δεν γράφεσαι ρε Μιχάλη και εσύ και ο πατέρας μου του είπε αφού δεν έχω χωράφια. Τότε του πρότεινε να το σπείρουν σε ένα δικό του χωράφι που ήταν περίπου δέκα σκάλες για να κάνει την δουλειά του. Έδωσε δηλαδή ο Τουρκοκύπριος χωράφι του πατέρα μου και σαν να μην έφτανε αυτό του πλήρωσε και τον σπόρο και πήγε και του τον έσπειρε. Ο πατέρας μου όμως, μετά όταν είχε γάλα του έδωσε και αυτού για να κάνει χαλούμια.

Μπορείτε να μας πείτε με τι ασχολούνταν οι Τουρκοκύπριοι του χωριού σας;
Οι Τουρκοκύπριοι του χωριού μας ασχολούνταν με την κτηνοτροφία και την γεωργία. Δουλεύαμε όλοι μαζί. Με τους Τουρκοκύπριους ζήσαμε παραπάνω από τα αδέρφια. Εγώ έχω πολλές εμπειρίες μαζί τους. Όταν κάποιος από αυτούς έκανε παρατυπίες για παράδειγμα, τον καλούσαν και τον καθήλωναν και έτσι δεν είχαμε ποτέ προβλήματα. Εγώ από 10, 11 χρονών πήγαινα στο χωράφι, από τότε είχα συναναστροφές μαζί με Τουρκοκύπριους. Στην ηλικία μου τότε δεν υπήρχε άλλος βοσκός. Οι άλλοι όλοι ήταν Τουρκοκύπριοι. Το 1947-48 θυμάμαι, ήρθαν να κλέψουν του πατέρα μου πρόβατα και τον χτύπησαν και έσπασε το πόδι του και έτσι δεν μπορούσε να πάει στο κοπάδι. Τότε εγώ ήμουν 11 χρονών και στάθηκαν οι Τουρκοκύπριοι βοσκοί δίπλα μου, μαζί μου και με βοηθούσαν. Είχαμε κοπάδι μεγάλο, περίπου 200 ζωντανά. Αναμεταξύ τους κανόνιζαν και έρχονταν με την σειρά για να μπορώ να συντηρίσω το κοπάδι μέχρι να επιστρέψει ο πατέρας μου.

Τι έγινε στο χωριό μετά την εισβολή; Πως ήταν οι σχέσεις σας τότε;
Να σας πω και ένα παράδειγμα για μετά την κατοχή. Ήταν ένας αξιωματικός που όταν έγινε η εισβολή και μετά, το αρχηγείο του ήταν στον Μαραθόβουνο. Μια οικογένεια από το Καλόν Χωριό είχε μείνει εκεί στον Μαραθόβουνο μετά την εισβολή. Η μια η κόρη της οικογένειας ήταν φρεσκογεννημένη και δεν είχε κάτι να ταΐσουν το παιδί, δεν είχαν γάλα. Το μωρό έκλαιγε. Το αρχηγείο λοιπόν αυτού του αξιωματικού ήταν δίπλα από το σπίτι αυτό και άκουγε όλο το βράδυ το μωρό να κλαίει. Δεν το θεώρησε σωστό όμως να πάει βραδιάτικα να ρωτήσει τι έγινε και περίμενε ως το πρωί. Το πρωί όταν ξημέρωσε πήγε στην πόρτα και χτυπούσε αλλά δεν του άνοιγαν γιατί φοβόντουσαν. Τους είπε ανοίξτε μα τι φοβάστε, τι έχει το μωρό και κλαίει. Τότε ανοίξανε και του είπαν ότι δεν είχαν γάλα. Αμέσως κανόνισε και έφερε φαγώσιμα και γάλατα. Και της είπε κάνε μου τώρα ένα καφέ από τα χέρια Χριστιανού όπως πίναμε και στο χωριό μας. Και τους υποσχέθηκε πως θα τους έφευγε από εκεί ασφαλές, όπως και έκανε.
Μετά την εισβολή οι Τουρκοκύπριοι που έμειναν στο χωριό, με δική μας προτροπή και βοήθεια βρήκαν πάνω στον μιναρέ του χωριού και παραδόθηκαν χωρίς να πάθουν απολύτως τίποτα. Ούτε τους συνέλαβαν ούτε τίποτα. Παραδόθηκαν και παρέδωσαν και τον οπλισμό τους. Ακόμα εκτιμούν αυτή την πράξη μας και έρχονται και μας επισκέπτονται.

Λισμονείτε τα χρόνια αυτά κύριε Δημήτρη;
Κάποτε σκέφτομαι την ζωή που έζησα και νοσταλγώ εκείνες τις στιγμές. Όσοι λένε πως δεν υπέφεραν από την προσφυγιά και από την αποχώρηση με τους Τουρκοκύπριους είναι λάθος τους. Αυτοί που μιλάνε έτσι είναι αυτοί που δεν ζήσανε μαζί με τους Τουρκοκύπριους.

Popular posts from this blog

Πυργά, Λευκωσία

Ayios Sozomenos (Arpalık), Lefkoşa

Πύλα, Λάρνακα